θυμάσαι αυτόν που πουλούσε λουλούδια;
τότε στην ταβέρνα
ήταν από τις μορφές που βλέπεις και ραγίζει η καρδιά σου. αλλά για μια μόνο στιγμή. γιατί αμέσως αποστρέφεις το βλέμμα και επιστρέφεις πίσω στον δικό σου τόπο. περνάς βιαστικά τα σύνορα τα οποία άθελα σου παραβίασες. κλείνεις γρήγορα την τρύπα που έχει ανοίξει στον τοίχο της ψευδαίσθησης σου με ό,τι βρεις πρόχειρο. μια σκέψη, μια κουβέντα, ένα αστείο.
ήταν τύφλα. μάλλον είχε ανακατέψει τη μοναξιά με την απόγνωση και την εξαθλίωση. φονικός συνδυασμός.
τα λουλούδια του ήταν μαραμένα
σαν τις ελπίδες του
τον κέρασες ένα ποτηράκι ρετσίνα και το κατέβασε αμέσως
όπως κάθε πίκρα της ζωής του
για μια στιγμή γύρισα
μετά είχε χαθεί
ησύχασα και ξαναγέμισα το ποτήρι μου
τι;
ReplyDeleteαυτό ηταν το μπλογκ;
πλάκα κάνεις;
δεν έχει άλλο;
με τυραννάς αλλά έστω έμεινε αυτό.
ReplyDeleteκαι δεν είμαι και ρομπότ