Nov 4, 2008

κουζίνα διαμερίσματος παλιού Θεσσαλονίκη
πολύχρωμο μωσαϊκό, σχήμα τετράγωνα, γωνίες με καμπύλες
πράσινο μαύρο γκρι, ίσως πορτοκαλί, ξεθωριασμένα
παλιά μικρά ντουλάπια που κλείνουν άγαρμπα με θόρυβο
μπογιά παχιά, γαλάζια
άσπρο ψυγείο φασαριόζικο
κι ένα μικρό φουρνάκι που ψήνει τον καφέ, μυρίζει
δύο υπάρξεις όρθιες
την πιο ωραία βιώνουνε
σπατάλη χρόνου
τα χέρια σφίγγουνε τα σώματα για ώρες
τα σώματα αδυνατούν να χορτάσουν το ένα την παρουσία του άλλου
και να χωρέσουν μέσα τους αυτό που νιώθουν
έξω η πόλη έχει ξυπνήσει εδώ και ώρα
ο κόσμος βουίζει, ιδρώνει και πεθαίνει
ουρλιάζει απεγνωσμένα

στην κουζίνα
δύο υπάρξεις όρθιες
φιλιούνται και αγγίζονται για ώρες
παραδομένες στην ανάγκη της στιγμής
έξω η γη σιγοβράζει
έξω καλούνε για βοήθεια
έξω οι άνθρωποι σβήνουνε και λιώνουνε
μέσα ο καφές φούσκωσε και χύνεται

3 comments:

  1. Στα σώματα που αγάπησαν την πρωινή ραστώνη οφείλω την αλήθεια, την αλήθεια πως είναι ψυχές που ακόμα ερωτεύονται. Την αλήθεια πως θα έρθει μια στιγμή που οι ανύπαρκτοι, ωραίοι συμπαντικοί θεοί δεν θα αποποιηθούν τους μπερδεμένους, τους απόμακρους, τους παράξενους, τους μυστήριους, τους εθισμένους στη μυρωδιά του σώματος, στη μυρωδιά της πράξης, της απραξίας, της ύπαρξης, της ουσίας. Δεν υπάρχουν συμπαντικοί θεοί, αλλά θα έρθει μια στιγμή που θα σταματήσω να τους ψάχνω, θα τους βρω στα βλέματα των εραστών, των τρελών που περιμένουν, άκου στις μέρες μας, τον καφέ να φουσκώσει! Που αγάπησαν, άκου στις μέρες μας, το παλιό διαμέρισμα! Να είστε καλά!

    ReplyDelete
  2. το έχω διαβάσει το κείμενο τρεις φορές -- είναι τόσο ζωντανό που νιώθω ότι κρυφοκοιτούσα το ζευγάρι από μια χαραμάδα --και μου βγάζει και κάτι σινεματικό επίσης

    ReplyDelete