και μετά γελάσαμε στη σκέψη του πόσο σκλάβοι είμαστε... εκείνο το χαρακτηριστικό μειδίαμα που αγαπώ και εμπεριέχει όλα όσα νομίζω πως νιώθω και σκέφτομαι κάτι τέτοιες στιγμές είχε σχηματιστεί στο πρόσωπο σου. περπατήσαμε πάνω στο λόφο μέχρι που ο ήλιος έδυσε και φτάσαμε στο γκρεμό με το ξεχασμένο καφενείο ονόματι "god-forsaken". τα κύματα χτυπούσαν στα βράχια, ο ήχος ήταν εκκωφαντικός και τρομακτικός μα τόσο υπνωτικός. πίναμε σιωπηλοί ζεστό κακάο που μας σέρβιραν τα φαντάσματα και κοιτούσαμε τη μαύρη θάλασσα κάτω από τα πόδια μας. ένιωθα το πηχτό μαύρο σκοτάδι να γαργαλάει τα γυμνά μέρη του σώματός μου. μια τεράστια αράχνη σκαρφάλωσε στο τραπέζι. της έδωσα να φάει όλα τα σιχαμένα κουνούπια που ρουφούσαν το αίμα μου και την κοιτούσα με έκσταση ενώ τα καταβρόχθιζε. κρατούσα την κούπα μου σφιχτά και με τις δυο παλάμες όταν την προσοχή μου τράβηξε ένας ήχος πέρα από τη θάλασσα, μια λανθάνουσα μελωδία, όχι, όχι μόνο μελωδία, μια αρμονία, δυσμνημόνευτη, ασύλληπτη, που ένιωθα ότι την είχα ξανακούσει, ναι την είχα ξανακούσει μα και όχι γιατί πάντα μου διέφευγε, και μια ασήκωτη πηχτή απελπισία γέμισε το είναι μου και έμεινα ακίνητος, μουδιασμένος και ανήμπορος ακόμα και να υπάρξω.
"My mouth is hollow, much like my abdomen. I am valiant, in the sense that I refuse to and can not expand from this travestial figure. The rails I am following have broken and disintegrated many miles ago and the only means of navigation is my sense of smell, ironic, considering my nose fell off back in '85. What will supercede this? What's lurking behind this tremendous foliage? The wilting hearts of a million Saudi virgins."
ReplyDeleteθορυβώδες.
ReplyDelete